Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

layette στα ελληνικά
layette
λέγεται
λεγέτ
.
layette
σημαίνει στα ελληνικά
μωρουδιακά / ρουχαλάκια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- layette : μωρουδιακά
- angora layette : ύφασμα από ανάμιξη ανγκορά και μαλλιού
- flanelle pour layette : βρεφική φανέλα
Subscribe
0 Comments


