Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

législation στα ελληνικά
législation
λέγεται
λεζισλασιόν
.
législation
σημαίνει στα ελληνικά
νομοθεσία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- législation : νομοθεσία
- droit dérivé / droit communautaire dérivé : παράγωγο δίκαιο / παράγωγο κοινοτικό δίκαιο
- droit souple / "soft law" : ήπιο δίκαιο / μη δεσμευτικό δίκαιο
- "hard law" / "droit dur" : υποχρεωτικοί κανόνες δικαίου
- droit local / législation locale : τοπική νομοθεσία
- Réseau de l'Union européenne pour la mise en oeuvre de la législation communautaire environnementale et pour le contrôle de son application / réseau IMPEL : Δίκτυο της ΕΚ για την εφαρμογή και την επιβολή του δικαίου του περιβάλλοντος
- droit social / législation sociale : κοινωνικό δίκαιο
- droit fiscal / législation fiscale : φορολογικό δίκαιο
- directive TVA / Directive 2006 : Οδηγία 2006/112
Subscribe
0 Comments


