Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

legs στα ελληνικά
legs
λέγεται
λεγκ
.
legs
σημαίνει στα ελληνικά
κληροδότημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- legs : κληροδοτήματα
- legs : κληροδότημα
- legs : κληροδοσία
- légataire : κληροδόχος
- dons et legs : δωρεές και κληροδοτήματα
- legs et donations : κληροδοτήματα και δωρεές
- registre des legs : μητρώο κληροδοτημάτων
- dons, legs et subventions : δωρεές, κληροδοτήματα και επιχορηγήσεις
- déclaration concernant l'acceptation de la succession ou d'un legs ou la renonciation à ceux-ci : δήλωση αποδοχής ή αποποίησης κληρονομίας ή κληροδοσίας
Subscribe
0 Comments


