Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

levain στα ελληνικά
levain
λέγεται
λεβέν
.
levain
σημαίνει στα ελληνικά
προζύμι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- levain / starter : STARTER:καλλιέργεια εκκίνησης
- levain / pied de cuve : ζύμη / καλλιέργεια ζύμης
- levain / pied de cuve : ποδάρι / μπόλιασμα μούστου με ζυμομύκητες
- levain fongique : μυκητολογική καλλιέργεια
- levain lactique : οξυγαλακτική καλλιέργεια
- pâte semi-directe / pâte levain-levure : προεπεξεργασμένη ζύμη / προεπεξεργασμένο ζυμάρι
- cataplasme au levain : κατάπλασμα από προζύμι
- levain en fromagerie : ζυμεγέρτες τυροκομίας
- levain de panification : προζύμι / ζύμη αρτοποιίας
Subscribe
0 Comments


