Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lie στα ελληνικά
lie
λέγεται
λι
.
lie
σημαίνει στα ελληνικά
υποστάθμη / σώσμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lie : τρύγα / υποστάθμη
- ALC / aide liée au commerce : βοήθεια σχετική με το εμπόριο
- risque de non-contrôle / RC (Obsolete) : κίνδυνος του συστήματος εσωτερικού ελέγχoυ
- ARC / complexe lié au sida : ARC / σύμπλεγμα σχετιζόμενο με το Aids
- MIC / mesures concernant les investissements qui sont liées au commerce des marchandises : επενδυτικά μέτρα που συνδέονται αποκλειστικά με τις εμπορευματικές συναλλαγές
- lies / lie de vin : οινολάσπη
- TRIM / mesures concernant les investissements et liées au commerce : TRIM's / μέτρα σχετικά με τις εμπορικές επενδύσεις
- CIFT / Commission des invisibles et du financement lié au commerce : CIFT / Επιτροπή Αδήλων Συναλλαγών και Χρηματοδότησης του Εμπορίου
- swap / opération liée : αντιπραγματισμός ξένου συναλλάγματος με δικαίωμα άμεσης αναστροφής
- lies : λάσπη
Subscribe
0 Comments


