Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ligne στα ελληνικά
ligne
λέγεται
λινι
.
ligne
σημαίνει στα ελληνικά
γραμμή / πετονιά / αράδα / σιλουέτα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ligne / ligne budgétaire : γραμμή του προϋπολογισμού / κονδύλι του προϋπολογισμού
- PRADO / Registre public en ligne de documents authentiques d'identité et de voyage : PRADO / Επιγραμμικό δημόσιο μητρώο γνήσιων εγγράφων ταξιδίου και ταυτότητας
- ligne : γραμμή
- IDABC / fourniture interopérable de services paneuropéens d'administration en ligne aux administrations publiques, aux entreprises et aux citoyens : διαλειτουργική παροχή πανευρωπαϊκών υπηρεσιών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης στις δημόσιες διοικήσεις, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες
- ligne / traverse : γραμμή
- ligne / artère : γραμμή
- ligne : ευθεία γραμμή
- ligne : ηλεκτρική γραμμή
Subscribe
0 Comments


