Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lime στα ελληνικά
lime
λέγεται
λιμ
.
lime
σημαίνει στα ελληνικά
λίμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lime : λίμα
- lime / citron vert : γλυκολέμονο
- râpe / lime à taille à piqûre : ράσπα
- Lima : Λίμα
- lime 4/4 : τετράγωνη λίμα
- lime 3/4 : τριγωνική λίμα
- lime-râpe : λίμα-ράσπα
- lime à os : λίμα για τα κόκαλα
- lime plate : επίπεδη λίμα
Subscribe
0 Comments


