Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

limite στα ελληνικά
limite
λέγεται
λιμίτ
.
limite
σημαίνει στα ελληνικά
όριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- limite / bordure : σύνορο
- LIMITE : εσωτερικής χρήσης
- limite : όριο
- limite : όριο ενεργειακής ζώνης
- LMS(T) / limite de migration spécifique totale : ολικό όριο ειδικής μετανάστευσης
- 7e PAE / 7e programme d’action pour l’environnement : 7o πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον / γενικό ενωσιακό πρόγραμμα δράσης για το περιβάλλον έως το 2020 «Ευημερία εντός των ορίων του πλανήτη μας»
- limite / côte limite : οριακή διάσταση
- limité : περιορισμένη
- borner / jalonner : οριοθέτηση
Subscribe
0 Comments


