Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

linge στα ελληνικά
linge
λέγεται
λενζ
.
linge
σημαίνει στα ελληνικά
ρούχα / ασπρόρουχα / πανί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- linge : πανικά
- linge : ασπρόρρουχα
- lave-linge / lave-linge ménager : οικιακό πλυντήριο ρούχων
- porte-linge / porte-serviette : πετσετοκρεμάστρα
- sèche-linge / essoreuse à linge : στεγνωτήριο ρούχων / σουρώστρα ασπρόρουχων
- linge de lit : πανικά κρεβατιού
- linge de lit : στρωσίδια / πανικά κρεβατιού
- corde à linge : σχοινί για άπλωμα
- linge stérile : αποστειρωμένος ιματισμός
- linge damassé : ασπρόρρουχα δαμάσκος
Subscribe
0 Comments


