Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lipome στα ελληνικά
lipome
λέγεται
λιπόμ
.
lipome
σημαίνει στα ελληνικά
λίπωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- fibrolipome / fibrome mou : ινολίπωμα
- lipome spinal / lipoméningocèle : λιπομηνιγγοκήλη / σπονδυλικό λίπωμα
Subscribe
0 Comments


