Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

liquéfier στα ελληνικά
liquéfier
λέγεται
λικεφιέ
.
liquéfier
σημαίνει στα ελληνικά
υγροποιώ / ρέω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- méthanier / transporteur de gaz naturel liquéfié : τάνκερ υγροποιημένου φυσικού αερίου / πλοίο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου
- surfactant / substance liquéfiante : επιφανειοδραστικός παράγοντας των πνευμόνων
- IGC / recueil IGC : IGC / κώδικας IGC
- gaz liquéfié : υγροποιημένο αέριο
- gaz liquéfié / gaz liquéfiés : υγροποιημένο αέριο
- terminal GNL / terminal pour gaz naturel liquéfié : σταθμός υποδοχής υγροποιημένου αερίου / εγκατάσταση υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου
- gaz liquéfié : υγροποιημενο αέριο
- moteur à GPL / moteur à gaz de pétrole liquéfié : κινητήρας LPG / κινητήρας με υγραέριο
- AEGPL / Association européenne des gaz de pétrole liquéfiés : Ευρωπαϊκή Ένωση Yγραερίου / Ευρωπαϊκή Ένωση εταιρειών υγραερίου
- navire gazier / transporteur de gaz liquéfié : πετρελαιοφόρο μεταφοράς αερίου
Subscribe
0 Comments


