Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

liquéfier στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
liquéfier
λέγεται
λικεφιέ
.
liquéfier
σημαίνει στα ελληνικά
υγροποιώ / ρέω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • méthanier / transporteur de gaz naturel liquéfié : τάνκερ υγροποιημένου φυσικού αερίου / πλοίο μεταφοράς υγροποιημένου φυσικού αερίου
  • surfactant / substance liquéfiante : επιφανειοδραστικός παράγοντας των πνευμόνων
  • IGC / recueil IGC : IGC / κώδικας IGC
  • gaz liquéfié : υγροποιημένο αέριο
  • gaz liquéfié / gaz liquéfiés : υγροποιημένο αέριο
  • terminal GNL / terminal pour gaz naturel liquéfié : σταθμός υποδοχής υγροποιημένου αερίου / εγκατάσταση υποδοχής υγροποιημένου φυσικού αερίου
  • gaz liquéfié : υγροποιημενο αέριο
  • moteur à GPL / moteur à gaz de pétrole liquéfié : κινητήρας LPG / κινητήρας με υγραέριο
  • AEGPL / Association européenne des gaz de pétrole liquéfiés : Ευρωπαϊκή Ένωση Yγραερίου / Ευρωπαϊκή Ένωση εταιρειών υγραερίου
  • navire gazier / transporteur de gaz liquéfié : πετρελαιοφόρο μεταφοράς αερίου

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments