Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

liquidation στα ελληνικά
liquidation
λέγεται
λικιντασιόν
.
liquidation
σημαίνει στα ελληνικά
εκκαθάριση / διάλυση / ξεπούλημα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- liquidation / clôture de position : κλείσιμο θέσης
- liquidation / mise en liquidation : εκκαθάριση
- liquidation / gestion extinctive : εξέλιξη
- liquidation : εκκαθάριση εταιρίας / ρευστοποίηση εταιρίας
- liquidation : εκκαθάριση
- clôture / débouclage : ρευστοποίηση
- dépôt de bilan / liquidation volontaire : εκούσια εκκαθάριση
- PMO / Office «Gestion et liquidation des droits individuels» : PMO / Γραφείο Διαχείρισης και Εκκαθάρισης των Ατομικών Δικαιωμάτων
- bureau liquidateur / Bureau liquidateur du régime commun d'assurance maladie : Γραφείο Εκκαθάρισης Εξόδων / γραφείο εκκαθάρισης λογαριασμών
Subscribe
0 Comments


