Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lisière στα ελληνικά
lisière
λέγεται
λιζιέρ
.
lisière
σημαίνει στα ελληνικά
ούγια / γύρος / περίβολος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lisière : παρυφή
- lisière : ούγια / παρυφή
- lisière / lisière tissée : ούγια
- lisière : ούγια
- bordure / lisière : Παρυφή όριο
- guide étoffe / guide-lisières : οδηγός ούγιας
- lisière lâche : διάχυτη παρυφή πάγου
- garde-lisière : ελεγχος ούγιας / ελεγκτήρας ούγιας
- largeur utile / largeur entre lisières : ωφέλιμο πλάτος
Subscribe
0 Comments


