Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lisse στα ελληνικά
lisse
λέγεται
λις
.
lisse
σημαίνει στα ελληνικά
λείος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lisse : διαμήκης δοκίδα πτέρυγας
- lisse : λείος
- lisse / cimaise : διακοσμητική αρμοκαλύπτρα / διακοσμητικός πήχυς επικαλύψεως ενώσεων
- lisse : σχάρα πήχεων / εγκάρσιοι πήχες
- lisse / seizaine : σχοινί συσκευασίας / σπάγγος συσκευασίας
- lisse / membrure longitudinale : λώρος / λούρος
- lisse / lierne : στρωτήρας
- lisse : διαμήκης ράβδος κιγκλιδώματος
- lisse : μηχανισμός καλάνδρας
Subscribe
0 Comments


