Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

lubrification στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
lubrification
λέγεται
λυμπριφικασιόν
.
lubrification
σημαίνει στα ελληνικά
λίπανση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • graissage / lubrification : λίπανση
  • pompe à huile / pompe de lubrification : αντλία λαδιού
  • huile lubrifiante / huile de graissage : λιπαντικό έλαιο
  • graissage central / graissage centralisé : κεντρική λίπανση
  • mode de graissage / système de graissage : σύστημα λίπανσης
  • graissage de l'âme / lubrification de l'âme : λίπανση του πυρήνα του συρματόσχοινου
  • graissage à l'huile / lubrification à l'huile : λίπανση με λάδι
  • lubrification forcée / graissage sous pression : λίπανση υπό πίεση / εξαναγκασμένη πίεση
  • lubrification à l'air : λίπανση με αέρια

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments