Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

lyre στα ελληνικά
lyre
λέγεται
λιρ
.
lyre
σημαίνει στα ελληνικά
λύρα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- lyre / brassoir : αναδευτήρας
- lyre : πλακίδιο ρύθμισης
- lyre : λυρόμορφος γωνιομοχλός
- lyre / diapason : διαπασών / πιεζοηλεκτρικός κρύσταλλος
- lyre : ηλεκτρολήπτης σχήματος λύρας
- lyre / tête de cheval : βραχίων / οδηγός βραχίων
- doucet / chiqueur : τζιτζίκι / κροκοδείλι
- cerf-lyre / cerf d'Eld : θαμίν
- tétras-lyre : λυροπετεινός
Subscribe
0 Comments


