Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

madrier στα ελληνικά
madrier
λέγεται
μαντριέ
.
madrier
σημαίνει στα ελληνικά
μαδέρι / καδρόνι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ais / madrier : μαδέρι / σανίδα
- madrier : Χονδροσανίδα,μαδέρι
- madrier / plateau : μαδέρι / χονδροσανίς
- chantier / tain tin : εσχάρα / στοίβα
- demi-madrier : κοντομάδερο
- cache-madrier / cache-poutrelle : τούβλο επένδυσης δοκαριών / οπτόπλινθος επένδυσης δοκαριών
- pont à tuyaux / madrier de franchissement : σωληνογέφυρα
- madrier de pont : μαδέρι γέφυρας
- madrier de butée : αμείβων αγωγού
- bordage en madriers : περιτοίχιση με μαδέρια
Subscribe
0 Comments


