Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

main στα ελληνικά
main
λέγεται
μεν
.
main
σημαίνει στα ελληνικά
χέρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- main : χέρι
- politique d'intervention sur le marché du travail / PAMT : ενεργητική πολιτική της αγοράς εργασίας
- ADAPT / adaptation de la main-d'oeuvre au changement industriel : ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ / Προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανική αλλαγή
- CSU / coûts salariaux unitaires : κόστος εργασίας κατά μονάδα / ΚΕΑΜΠ
- ECM / enquête sur le coût de la main-d'œuvre : έρευνα για το κόστος του εργατικού δυναμικού
- LHM / lignes à main et lignes au lancer (mécanisées) : LHM / καλαμίδια (μηχανοποιημένα)
- LHP / lignes à main et lignes au lancer : LHP / καλαμίδια
- UTH / unité de main-d'oeuvre : ΜΑΕ / μονάδα ανθρώπινης εργασίας
- ICM / indice du coût de la main-d'oeuvre : LCI / ΔΚΕ
- VMA / vol à main armée : ένοπλη ληστεία και κλοπή / ένοπλη κλοπή
Subscribe
0 Comments


