Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

main στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
main
λέγεται
μεν
.
main
σημαίνει στα ελληνικά
χέρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • main : χέρι
  • politique d'intervention sur le marché du travail / PAMT : ενεργητική πολιτική της αγοράς εργασίας
  • ADAPT / adaptation de la main-d'oeuvre au changement industriel : ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗ / Προσαρμογή του εργατικού δυναμικού στη βιομηχανική αλλαγή
  • CSU / coûts salariaux unitaires : κόστος εργασίας κατά μονάδα / ΚΕΑΜΠ
  • ECM / enquête sur le coût de la main-d'œuvre : έρευνα για το κόστος του εργατικού δυναμικού
  • LHM / lignes à main et lignes au lancer (mécanisées) : LHM / καλαμίδια (μηχανοποιημένα)
  • LHP / lignes à main et lignes au lancer : LHP / καλαμίδια
  • UTH / unité de main-d'oeuvre : ΜΑΕ / μονάδα ανθρώπινης εργασίας
  • ICM / indice du coût de la main-d'oeuvre : LCI / ΔΚΕ
  • VMA / vol à main armée : ένοπλη ληστεία και κλοπή / ένοπλη κλοπή

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments