Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

malade στα ελληνικά
malade
λέγεται
μαλάντ
.
malade
σημαίνει στα ελληνικά
άρρωστος / ασθενής
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- malade : ασθενής / άρρωστος
- visite / visite au domicile du malade : κατ'οίκον επίσκεψη του ασθενούς
- contact / relation médecin-malade : επαφή / σχέσις ιατρού-ασθενούς
- COST B1 / Comité de gestion COST B1 "Critères pour le choix et la définition des volontaires sains et : COST B1 / επιτροπή διαχείρισης Cost B1 "κριτήρια για την επιλογή και τον καθορισμό υγιών εθελοντών ή
- malade aigu : οξέως πάσχων
- hospitalisé / malade hospitalisé : εσωτερικός ασθενής νοσοκομείου
- hopital aigu / hopital pour malades aigus : νοσοκομείο οξέων παθήσεων
- malade privé : ιδιωτικός ασθενής
- étude de cas / tutelle des cas : κατά περίπτωση βοήθεια ψυχασθενούς / κατά περίπτωση εργασία ψυχασθενούς
- monte-malades : αναβατόριο κρεβατιών νοσοκομείου
Subscribe
0 Comments


