Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

malveillant στα ελληνικά
malveillant
λέγεται
μαλβεγιάν
.
malveillant
σημαίνει στα ελληνικά
κακόβουλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- maliciel / antiprogramme : κακόβουλο λογισμικό
- méfait / acte malveillant : κακόβουλη λογική
- appel malveillant : ανόητη κλήση
- appel malveillant : κακόβουλη κλήση
- MCID / identification d'appel malveillant : MCID / αναγνώριση κακόβουλης κλήσης
- IAM / identification des appels malveillants : προσδιορισμός της ταυτότητας κακόβουλης κλήσης' αναγνώριση κακόβουλης κλήσης
- alerte d'incendie malveillante : κακόβουλος ψευδής συναγερμός
- identification d'un appel malveillant : MCI / αναγνώριση κακόβουλης κλήσης
- identification des appels malveillants : αναγνώριση κακόβουλων κλήσεων
- risques dus à des intentions malveillantes : κίνδυνος από κακόβουλες προθέσεις
Subscribe
0 Comments


