Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mamelon στα ελληνικά
mamelon
λέγεται
μαμλόν
.
mamelon
σημαίνει στα ελληνικά
θηλή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mamelon : θηλή / προστομίδα
- mamelon : μαστός
- mamelon : μαστός σωλήνα
- mamelon : κοχλιωτό στόμιο σύνδεσης
- mamelon : θηλή / θηλή του μαστού
- mamelon : θηλή
- mamelon double : διπλούς μαστός
- mamelon rétracté : εισέλκουσα θηλή / θηλή εν εισολκή
- mamelon de sortie : σύνδεσμος σωλήνα με σπείρωμα
- rhagade du mamelon / crevasse du mamelon : ραγάδες θηλής μαστού
Subscribe
0 Comments


