Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

manchot στα ελληνικά
manchot
λέγεται
μανσό
.
manchot
σημαίνει στα ελληνικά
κουλός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- manchots : σφηνισκιδοειδή
- manchots : σφηνισκίδες
- manchot du Cap : σφηνίσκος του Ακρωτηρίου
Subscribe
0 Comments


