Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

manette στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
manette
λέγεται
μανέτ
.
manette
σημαίνει στα ελληνικά
χειριστήριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • clé / bouton : λαβή / κλειδί
  • butée / levier témoin : στόπερ / αντιστήριγμα
  • PMI,triage / poste à commandes individuelles par manettes : κέντρο ελέγχου αλλαγών
  • PRMI / poste à relais à manettes individuelles : χειριστήριο με ηλεκτρονόμο με χειροκίνητους μη εμπλεκόμενους μοχλούς
  • PML / poste à manettes libres : χειριστήριο με ελεύθερους μοχλούς / θάλαμος χειρισμών με ελεύθερους μοχλούς
  • PMV / poste à manettes de voie : χειριστήριο με ατομικούς μοχλούς χειρισμού των γραμμών
  • automanette / manette de gaz automatique : αυτόματος μοχλός ισχύος
  • bloc-manette / secteur de manette : διαδρομή μανέττας / τόξο μοχλού ισχύος
  • bloc-manettes : τεταρτοκύκλιο με τις μανέτες
  • contre-manette / contre-poignée : λαβή χειρισμού / χειρολαβή χειρισμού

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments