Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

manoeuvre στα ελληνικά
manoeuvre
λέγεται
μανέβρ
.
manoeuvre
σημαίνει στα ελληνικά
μανούβρα / ελιγμός / γυμνάσια / εργάτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- manoeuvre : χειρισμός / διαδικασία χειρισμού
- manoeuvre : χειρισμός
- manoeuvre : ελιγμός
- manoeuvre : ελιγμός / λειτουργία
- manoeuvre : ανειδίκευτος εργάτης
- Manoeuvre : Aνειδίκευτος εργάτης
- exercices / manoeuvres : ελιγμοί
- balancier / balancier de manoeuvre des cloches : μπαλανσιέ / δοκάρι κώδωνα
Subscribe
0 Comments


