Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

manoeuvrer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
manoeuvrer
λέγεται
μανεβρέ
.
manoeuvrer
σημαίνει στα ελληνικά
μανουβράρω / κουμαντάρω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • tirer / manoeuvrer : "μανούβρα" / σύσταση αμαξοστοιχίας
  • manoeuvrer : ανακυκλώνω
  • exercices / manoeuvres : ελιγμοί
  • manoeuvre / manoeuvre ordinaire : χειρώναξ γενικά
  • infaillible / à toute épreuve : αλάθητο,αλάνθαστο
  • balancier / balancier de manoeuvre des cloches : μπαλανσιέ / δοκάρι κώδωνα
  • manoeuvre : χειρισμός / διαδικασία χειρισμού
  • manoeuvre : ελιγμός
  • pancarte LM / tableau de limite de manoeuvres : σήμα όριου ελιγμών / πινακίδα όριου ελιγμών

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments