Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

manoeuvrer στα ελληνικά
manoeuvrer
λέγεται
μανεβρέ
.
manoeuvrer
σημαίνει στα ελληνικά
μανουβράρω / κουμαντάρω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- tirer / manoeuvrer : "μανούβρα" / σύσταση αμαξοστοιχίας
- manoeuvrer : ανακυκλώνω
- exercices / manoeuvres : ελιγμοί
- manoeuvre / manoeuvre ordinaire : χειρώναξ γενικά
- infaillible / à toute épreuve : αλάθητο,αλάνθαστο
- balancier / balancier de manoeuvre des cloches : μπαλανσιέ / δοκάρι κώδωνα
- manoeuvre : χειρισμός / διαδικασία χειρισμού
- manoeuvre : ελιγμός
- pancarte LM / tableau de limite de manoeuvres : σήμα όριου ελιγμών / πινακίδα όριου ελιγμών
Subscribe
0 Comments


