Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

manque στα ελληνικά
manque
λέγεται
μανκ
.
manque
σημαίνει στα ελληνικά
έλλειψη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- manque / duite manquante : απουσία υφαδιού
- manque : Aνομοιόμορφο χρωμάτισμα
- manque : λανθασμένο ρεύμα ηρεμίας
- manque / absence : παράλειψη / λευκή κηλίδα
- manque : Κενό
- manque : ελαττωματική πλάνιση
- manque / manquants : κενά θυλάκια σπόρων
- manque : λειψό χυτό
- mouche / manque de touche : στιλπνή περιοχή
- collage / manque de fusion : ατελής τήξη
Subscribe
0 Comments


