Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

marin στα ελληνικά
marin
λέγεται
μαρέν
.
marin
σημαίνει στα ελληνικά
θαλάσσιος / θαλασσινός / ναυτικός / ναύτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- marin : ναυτικός
- directive-cadre "stratégie pour le milieu marin" / DCSMM : οδηγία πλαίσιο για τη θαλάσσια στρατηγική / οδηγία περί πλαισίου κοινοτικής δράσης στο πλαίσιο της πολιτικής για το θαλάσσιο περιβάλλον
- MEPC / Comité de la protection du milieu marin : Επιτροπή Προστασίας Θαλάσσιου Περιβάλλοντος
- Autorité internationale des fonds marins / AIFM : Διεθνής αρχή των θαλάσσιων βυθών
- Commission pour la protection de l'environnement marin de la mer Baltique / Commission d'Helsinki : Επιτροπή του Ελσίνκι / Επιτροπή για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος της Βαλτικής
- SEVCM / système électronique de visualisation des cartes marines : ECDIS / Σύστημα πληροφοριών και θαλάσσιας ηλεκτρονικής χαρτογραφίας
- bar / loup marin : λυκόψαρο / λυκόψαρο του Ατλαντικού
- morse / vache marine : στην πηγή που αναφέρεται στο πεδίο RF δεν υπάρχει ελληνική απόδοση
- CCAMLR / Commission pour la conservation de la faune et la flore marines de l'Antarctique : CCAMLR / Επιτροπή για τη διατήρηση των έμβιων θαλάσσιων πόρων της Ανταρκτικής
- FIPOL / Fonds international d'indemnisation des pollutions marines : διεθνές ταμείο για την αποζημίωση από πετρελαϊκές ρυπάνσεις
Subscribe
0 Comments


