Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mèche στα ελληνικά
mèche
λέγεται
μες
.
mèche
σημαίνει στα ελληνικά
φυτίλι / τσουλούφι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mèche / ruban : κλώσμα / φυτίλι
- mèche : φυτίλι / θρυαλλίδα
- mèche / boudin : φυτίλι
- mèche : φυτίλι
- foret / mèche : τρυπάνι / ξυλοτρύπανο
- mèche : φιτίλι λάμπας
- mèche / schappe : ασυνεχής ίνα
- mèche / mèche de gouvernail : άξονας του πηδαλίου
- boudin / mèche de préparation : φυτίλι
Subscribe
0 Comments


