Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

méconnu στα ελληνικά
méconnu
λέγεται
μεκονύ
.
méconnu
σημαίνει στα ελληνικά
όχι γνωστός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- méconnaître ses obligations de membre : παραβαίνει τις υποχρεώσεις του ως μέλος
- avoir méconnu d'une manière patente les dispositions du Traité ou toute règle de droit relative à son application : αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της
Subscribe
0 Comments


