Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

méfait στα ελληνικά
méfait
λέγεται
μεφέ
.
méfait
σημαίνει στα ελληνικά
παρενέργεια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- méfait / acte malveillant : κακόβουλη λογική
- méfait écologique / méfaits écologiques : περιβαλλοντική παράβαση
- méfait de la pollution : βλάβη από ρύπανση / φθορά από ρύπανση
Subscribe
0 Comments


