Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

membrane στα ελληνικά
membrane
λέγεται
μανμπράν
.
membrane
σημαίνει στα ελληνικά
μεμβράνη / υμένας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- membrane : μεμβράνη/υμένας
- membrane : φάκελος
- membrane : μεμβράνη
- amniotome / forceps pour rupture des membranes : αμνιοτόμος / εργαλείο γιά τη ρήξη του αμνιακού σάκου
- caduque / décidue : φθαρτός υμήν
- caduque / membrane déciduale : φθαρτός υμήν
- tympan / membrane du tympan : τυμπανικός υμήν
- conjonctive / membrane conjonctivale : επιπεφυκώς / επιπεφυκότας
- MCA / membrane chorio-allantoïdienne : χοριοαλλαντοϊκή μεμβράνη
- cuve intégrée / cuve à membrane : ενσωματωμένη δεξαμενή / μεμβρανοειδής δεξαμενή
Subscribe
0 Comments


