Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

menuisier στα ελληνικά
menuisier
λέγεται
μενυιζιέ
.
menuisier
σημαίνει στα ελληνικά
μαραγκός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ébéniste / menuisier-ébéniste(L) : επιπλοποιός
- cintreur de bois / courbeur de bois(B) : καμπυλωτής ξύλου
- établi de menuisier : πάγκος ξυλουργού
- menuisier industriel : ξυλουργός βιομηχανικών εγκαταστάσεων
- menuisier de navires : ξυλουργός ναυπηγείου
- marteau de menuisier : σφυρί ξυλουργού
- menuisier du bâtiment : ξυλουργός κουφωμάτων
Subscribe
0 Comments


