Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

meringue στα ελληνικά
meringue
λέγεται
μερένγκ
.
meringue
σημαίνει στα ελληνικά
μαρέγγα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- meringue : μαρέγκα
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
