Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

métis στα ελληνικά
métis
λέγεται
μετίς
.
métis
σημαίνει στα ελληνικά
μιγάς
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- métis / bâtard : νόθο / μιγάς
- métis : δέρμα προβάτου με μαλλί
- métis : σύμμεικτο
- \BGR / croco : ψευτο-βουτυρόψαρο
- croco / grondeur métis : ψευτοβουτυρόψαρο
- métis : μιγάς / με ανάμικτο αίμα
- laine de métis / laine mélangée : μελανζέ / μαλλί ανάμικτο
- métis des Indes : μετίς Iνδιών
Subscribe
0 Comments


