Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

métissage στα ελληνικά
métissage
λέγεται
μετισάζ
.
métissage
σημαίνει στα ελληνικά
επιμειξία / διασταύρωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- métissage / miscégénation : φυλετική επιμειξία
Subscribe
0 Comments


