Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mévente στα ελληνικά
mévente
λέγεται
μεβάντ
.
mévente
σημαίνει στα ελληνικά
κεσάτια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mévente / crise de vente : κρίση πωλήσεων / πώληση με ζημία
Subscribe
0 Comments


