Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

microscopique στα ελληνικά
microscopique
λέγεται
μικροσκοπίκ
.
microscopique
σημαίνει στα ελληνικά
μικροσκοπικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- microscopique : μικροσκοπικός
- microinstabilité / instabilité cinétique : κινητική αστάθεια / μικροσκοπική αστάθεια
- jauge microscopique : μικροελεγκτήρας / μικρομετρητήρας
- essai microscopique : μικροσκοπική δοκιμασία
- analyse microscopique : μικροσκοπική ανάλυση / ανάλυση με μικροσκόπιο
- préparation microscopique : παρασκεύασμα για μικροσκοπικές παρατηρήσεις
- échantillon microscopique : μικροσκοπικό δείγμα
- durée de vie microscopique : μικροσκοπική διάρκεια ζωής
- amas microscopique de cellules : μικροσκοπικός σωρός κυττάρων
Subscribe
0 Comments


