Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

migraine στα ελληνικά
migraine
λέγεται
μιγκρέν
.
migraine
σημαίνει στα ελληνικά
ημικρανία / πονοκέφαλος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- crises de foie / migraines biliaires : κρίση χολής / χολικυστική κρίση
- migraine optique : σύνδρομο του Barany / παρεγκεφαλιδική ημικρανία
- migraine commune / migraine sans aura : κοινή ημικρανία / ημικρανία χωρίς αύρα
- migraine cervicale / dérangement nucal de Baertschi-Rochaix : αυχενική ημικρανία
- migraine basilaire : ημικρανία βασικής αρτηρίας
- migraine abdominale : κοιλιακή ημικρανία
- migraine compliquée : επιπεπλεγμένη ημικρανία
- migraine hémiplégique : ημιπληγική ημικρανία
Subscribe
0 Comments


