Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mince στα ελληνικά
mince
λέγεται
μενς
.
mince
σημαίνει στα ελληνικά
λεπτός / λιγνός / λίγος / πενιχρός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mince : λεπτός
- mince : λεπτό γυαλί από υπερβολικό φύσημα
- nuage / très mince couche : λεπτότατη στρώση
- CCMHP / chromatographie sur couche mince à haute performance : HPTLC / χρωματογραφία λεπτής στοιβάδας υψηλής απόδοσης
- bar / loup marin : λυκόψαρο / λυκόψαρο του Ατλαντικού
- CCM / chromatographie en couche mince : TLC / χρωματογραφία λεπτής στιβάδας
- pinceau / faisceau ponctuel : δέσμη εξαιρετικά λεπτή
- effusion / écoulement en mince paroi : έγχυση
- soc-lame / soc mince : υνί-λεπίδα / υνί χωρίς στρώση
- TFT / transistor à couche mince : TFT / κρυσταλλοτρίοδοι λεπτού υμενίου
Subscribe
0 Comments


