Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mire στα ελληνικά
mire
λέγεται
μιρ
.
mire
σημαίνει στα ελληνικά
στόχαστρο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mire : χωροσταθμικός πήχης
- mire : διάγραμμα δοκιμής
- latte / mire parlante : σταδία / πήχυς χωροστάθμισης
- mirer / mirer les oeufs : ωοσκοπώ
- mireuse / mire-oeufs : ωοσκόπιο / μηχανή ωοσκόπησης
- porte-mire : σταδιοφόρος
- mire mobile : κινητός στόχος
- mire pliante : πτυσσόμενος χωροσταθμικός πήχυς
- porte-balise / support de piquets de mire : τρίποδας ακοντίου
- mire pliante : πτυσσόμενη σταδία / σταδία που διπλώνει
Subscribe
0 Comments


