Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mitrailleuse στα ελληνικά
mitrailleuse
λέγεται
μιτραγέζ
.
mitrailleuse
σημαίνει στα ελληνικά
πολυβόλο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mitrailleuse : μυδραλιοβόλο
- mitrailleuse : πολυβόλο
- mitrailleuse : πολυβόλο / αυτόματο όπλο
- mitrailleuse jumelée : διπλό μιδράλιο / διπλό πολυβόλο
- bande de mitrailleuse : δέσμη φυσιγγίων / δέσμη πυρομαχικών
Subscribe
0 Comments


