Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mixer στα ελληνικά
mixer
λέγεται
μιξέ
.
mixer
σημαίνει στα ελληνικά
σμίγω / βάζω μαζί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mixer / mixeur : αναμείκτης
- mixer / broyeur-mixer : σπαστήρας-αναδευτήρας / θραυστήρας-αναμικτήρας
- mixer / mixeur : μείκτης / αναδευτήρας κοπριάς
- semence mixée : ανάμικτο σπέρμα πολλών ζώων
- plantation mixte / plantations mixes : μικτή φυτεία
Subscribe
0 Comments


