Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

modérément στα ελληνικά
modérément
λέγεται
μοντερεμάν
.
modérément
σημαίνει στα ελληνικά
με μέτρο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- modérément nocif : μετρίως επικίνδυνο
- modérément stable : μετρίως σταθερή
- modérément instable : μετρίως ασταθής
- pays à revenu intermédiaire modérément endetté : χώρα χαμηλού εισοδήματος με μέσο εισόδημα ελαφρώς χρεωμένο
Subscribe
0 Comments


