Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

moderniser στα ελληνικά
moderniser
λέγεται
μοντερνιζέ
.
moderniser
σημαίνει στα ελληνικά
εκσυγχρονίζω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- CDM / Code des douanes modernisé : εκσυγχρονισμένος τελωνειακός κώδικας
- rénover le matériel roulant / moderniser le matériel roulant : ανακαινίζω το τροχαίο υλικό / εκσυγχρονίζω το τροχαίο υλικό
- moderniser l'administration des Unions ... : εκσυγχρονίζω την διοίκηση των Ενώσεων ...
- paramètres en vue de moderniser le règlement (CEE) n° 1408/71 : παράμετροι για τον εκσυγχρονισμό του κανονισμού (ΕΟΚ) Αριθ. 1408/71
- Livre vert Moderniser le droit du travail pour relever les défis du XXIe siècle : Πράσινη βίβλος της Επιτροπής «Εκσυγχρονισμός του εργατικού δικαίου για την αντιμετώπιση των προκλήσεων του 21ου αιώνα»
Subscribe
0 Comments


