Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

morsure στα ελληνικά
morsure
λέγεται
μορσύρ
.
morsure
σημαίνει στα ελληνικά
δάγκωμα / δαγκωνιά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- morsure : χάραξη
- sillon / morsure : κάψιμο μετάλλου βάσεως
- morsure : δήξη / σύγκλειση οδοντοστοιχιών
- morsure / plaie par morsure : τραύμα δήγματος
- morsure / épaisseur présumée du copeau : εργαζόμενον βάθος οδοντωτής μεταδόσεως
- morsure / gravure à l'acide : σκάλισμα με οξύ
- sodoku / sokosho : Sodoku / πυρετός από δήγμα αρουραίων
- morsure de chien : δάγκωμα σκύλου / δαγκωματιά σκύλου
- phlegmon par morsure de chat : φλεγμονή από δάγκωμα γάτας
Subscribe
0 Comments


