Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mortuaire στα ελληνικά
mortuaire
λέγεται
μορτυέρ
.
mortuaire
σημαίνει στα ελληνικά
νεκρικός / νεκρώσιμος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- morgue / mortuaire : νεκρικός,ταφικός / νεκροφυλακείο,νεκροτομείο
- point mortuaire : σημείο θανάτου
- fourgon mortuaire / véhicule de transport de corps après mise en bière : όχημα μεταφοράς σωμάτων μετά την τοποθέτηση σε φέρετρο
- ornement mortuaire : νεκρώσιμη διακόσμηση
Subscribe
0 Comments


