Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

moteur στα ελληνικά
moteur
λέγεται
μοτέρ
.
moteur
σημαίνει στα ελληνικά
κινητήρας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- moteur : μηχανή / κινητήρας
- moteur : κινητικό / κινητικός
- moteur / moteur électrique : κινητήρας / ηλεκτροκινητήρ
- moteur : κινητήρας
- moteur / groupe propulseur : μοτέρ / κινητήρια μηχανή
- ENG / moteur : κινητήρας
- carter du moteur / carter : κάρτερ / στροφαλοθάλαμος
- régime / régime du moteur : στοιχεία λειτουργίας κινητήρα
- volant / roue d'air : στρόφαλος / σφόνδυλος
- calage / calage du moteur : διακοπή λειτουργίας / σβήσιμο κινητήρα οχήματος εν κινήσει
Subscribe
0 Comments


