Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mou στα ελληνικά
mou
λέγεται
μου
.
mou
σημαίνει στα ελληνικά
μαλακός / αργοκίνητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mou / poumons : πλεμόνια / πνευμόνια
- mou / morbide : άτονος / σαχλός
- STM / sarcome des tissus mous : σάρκωμα μαλακών ιστών
- mye / clanque : μύα μακρύλαιμος
- filer / choquer : χαλαρώνω προοδευτικά
- virer / embarquer le mou : αίρω / ανυψώ
- oeuf mou / oeuf hardé : ακέλυφο αβγό
- brome mou / brome doux : βρόμος ο μαλακός
- cassonade / sucre mou : σκούρα ζάχαρη / καστανή ζάχαρη
- savon mou : μαλακό σαπούνι
Subscribe
0 Comments


