Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

muet στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
muet
λέγεται
μυέ
.
muet
σημαίνει στα ελληνικά
μουγγός / αμίλητος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • muet / incapable de parler : άτομο με προβλήματα ομιλίας
  • muet : έτοιμος / γινομένος
  • muté / moût muet : γλεύκη των οποίων διαταράχθηκε ή σταμάτησε η ζύμωση με την προσθήκη αλκοόλης
  • cygne tuberculé / cygne muet : βουβόκυκνος
  • violon muet : βουβό βιολί
  • guichet muet / service de type kiosque : διευθέτηση τύπου κιοσκ 2)διευθέτηση τύπου kiosk
  • carte muette : βουβός χάρτης
  • lagopède muet / lagopède des Alpes : βουνοχιονόκοτα
  • variable libre / variable muette : ελεύθερη μεταβλητή
  • mutation muette / mutation silencieuse : σιωπηλή μεταλλαγή

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments