Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

munitions στα ελληνικά
munitions
λέγεται
μυνισιόν
.
munitions
σημαίνει στα ελληνικά
πολεμοφόδια / πυρομαχικά
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- iTrace / mécanisme de signalement mondial des ALPC et autres armes conventionnelles et munitions : iTrace / παγκόσμιος μηχανισμός αναφοράς για παράνομα συμβατικά όπλα και πυρομαχικά
- BASM / bombe-grappe : δέσμη βομβών που ρίπτονται ταυτόχρονα
- MGP / munition à guidage de précision : κατευθυνόμενο πυρομαχικό ακριβείας
- bombe en grappe / arme à sous-munitions : βόμβα αποτελούμενη από υποπυρομαχικά
- trappe à munitions : καταπακτή πυρομαχικών
- munitions serties : πυρομαχικό οδοντωτής πτύχωσης
- fagot des munitions : δέσμη πυρομαχικών
- déchets de munitions : Απόβλητα πυρομαχικά
- arme à sous-munitions : πυρομαχικά διασποράς
- munitions explosives / munitions à balles explosives : πυρομαχικά με εκρηκτικές σφαίρες
Subscribe
0 Comments


